Η Αρετή καταριέται τον Τάσο, ο οποίος της ότι η γυναίκα του επέστρεψε στο σπίτι τους. «Κι εμείς; Μου πέρασες χαλκά! Αρραβωνιαστήκαμε! Το έβγαλα με ντουντούκα σε ολάκερη τη Μάνη! Βγήκα στο ικάντε, το αντιλαμβάνεσαι; Τι καζίο αυτό Παναγιά μου; Που να σου σκουληκιάσουν τα άλευρα βρε συφοριασμένε και να μην ξαναδείς άσπρη μέρα!», του λέει έξαλλη και συνεχίζει:

Διαβάστε πρώτοι στο pythia.gr όλα όσα θα δούμε και όλες τις εξελίξ στη Γη τη ελιάς.

«Φύγε, γιατί σε βλέπω κομμένο στα τρία! Και ξέρεις από που θα ξεκινήσω πρώτα..Κασάτα θα στα κάνω! Μάρτυς μου ο Θεός! Ξεκουμπίσου!» τον απειλεί και ο Τάσος έντρομος γουρλώνει τα μάτια του και φεύγει, ενώ εκείνη σκασμένη να κοιτά την βέρα της και μονολογεί: «Την τύχη μου τη μαύρη… Να μην έχεις πειράξει άνθρωπο κι όλα τα στραβά να συμβαίνουν σε σένα! Αχ βρε Αρετή.. Ο καλός καλό δεν βλέπει τελικά..»

Την επόμενη μέρα, η Αρετή ενημερώνει την Βασιλική για τον χωρισμό της, κι εκείνη για ακόμα μία φορά της λέει ότι ο Τάσος δεν της γέμισε το μάτι από την αρχή. «Μην με ακούς που γαυγίζω.. Είναι από την πίκρα μου.. Στα πίσω – πίσω, τον συμπονάω.. Κι εγώ στη θέση του, το ίδιο θα έκαμα. Αν αυτή είναι ψιχαλισμένη κι όντως βλάψει τον εαυτό της, δεν ζεις με τέτοιο βάρος..» της απαντά η Αρετή σε μια κρίση καλοσύνης και η Βασιλική την ζει.

Η Αρετή σε έξαλλη κατάσταση περπατάει φουριόζα στον δρόμο. Φτάνει έξω από το σπίτι της Ιουλίας και χτυπάει με γροθιές την . «Άνοιξέ μου μωρή μαραφουλισμένη την πόρτα! Αν σου βαστάει να με αντιμετωπίσεις, άνοιξε! Εδώ θα γίνει το σταυροο σου!!», φωνάζει και θυμάται τον Πότη που της είπε πως δήθεν είναι έγκυος η Βελμάκου και όχι η Βρεττάκου. Αφού δεν της ανοίγει κανείς την πόρτα, εξοργισμένη πηγαίνει στο καφενείο και επιτίθεται στον Πότη:

«Βρε ψεύτη! Βρε απατεώνα! Βρε σουρουκλεμέ!! Ποιον πας να κοροϊδέψεις βρε; Ποια Βελμάκου γκαστρώθηκε που με κορόιδευες μες τα μούτρα μου; Που ήξερες πως η Ιουλία Βρεττάκου είναι έγκυος και με δούλεψες κανονικά! Ψέματα σε μένα βρε λαμόγιο;;», τον ρωτά κι εκείνος προσπαθεί να δικαιολογηθεί ενώ οι πελάτες την κοιτάζουν σαστισμένοι. «Σε ποιον τα πουλάς αυτά βρε παλιοψευταρά; Τι με πέρασες; Για κανα χάπατο; Ου να μου χαθείς και να χάνεσαι απατεώνα! Όπου σε βλέπω θα σε φτύνω να το ξέρεις! Βάλε αδιάβροχο γιατί θα σε πουντιάσω στις ροχάλες!! Πάρε και την προκαταβολή! Φτου σου!» συνεχίζει να φωνάζει η Αρετή τον φτύνει στα μούτρα και φεύγει.

Αμέσως πηγαίνει στο σπίτι της και εκτός συνεχίζει το παραλήρημα: «Η τρισκατάρατη! Η στεριανή η φώκια! Η Ιουλία! Την γκάστρωσε ο καχριμάνης μου και θα γεννήσει κι άλλο μούλικο! Θα γίνουν ξανά μανά!! Ο Στάθης κι αυτή!», λέει στην Ασπασία και στην Ειρήνη, οι οποίες προσπαθούν να την καλμάρουν. «Κεραυνός στο κεφάλι μου! Τι άλλο θα με βρει!!», συνεχίζει η Αρετή να ωρύεται, ενώ αργότερα ενημερώνει και την Βασιλική για τα νέα του πατέρα της.

Όταν η Βασιλική της λέει ότι γνώριζε για την εγκυμοσύνη της Ιουλίας, την Αρετή την παίρνει το παράπονο: «Άσε με μόνη μου σε παρακαλώ.. Έχω συνηθίσει πια στη μοναξιά μου! Δεν θέλω τη λύπηση κανενός.. Έχω κι εγώ την περηφάνια μου.. Φύγε Βασιλική σε παρακαλώ, θέλω να μείνω μόνη μου..», της λέει με κλάματα…