Η Αθηνά και η Μαργαρίτα παίρνουν ν δρόμο της επιστροφής από το Σούνιο, ενώ ο Λυκούργος που βλέπει τον Στάθη καταλαβαίνει πως τον απασχολεί κάτι σοβαρό.

Διαβάστε πρώτοι στο pythia.gr όλα όσα θα δούμε και ς τις εξελίξεις στη Γη τη ελιάς.

Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, η Χάιδω συναντά τυχαία τη Αρετή στον δρόμο και τα ανάβουν. «Αρετή! Ψάχνεις συνέχεια γεράδες και μας κάνεις άνω κάτω! Δεν έχω ξαναματαδεί πιο τοξικό άνθρωπο από νε!», της λέει η Χάιδω κι περνάει στην αντεπίθεση.

«Τοξική είναι μούρη σου! Κακιά και ξινή γυναίκα! Πιο ξινή και από λεμόνι!», της απαντά κι εκείνη γίνεται έξαλλη. «Βρε άντε να χαθείς και να χάνεσαι! Μόνη κι άραχνη θα πεθάνεις, άνθρωπος δεν αντέχει δίπλα σου!», της λέει και φεύγει. Στη συνέχεια πηγαίνει στο δημαρχείο, όπου αντιμετωπίζει απότομξη συμπεριφορά από την Αμαλία.

«Εφόσον δεν είναι εδώ ο Ισίδωρος, πρέπει να πάρω εγώ πρωτοβουλία, αλλά χρειάζομαι τη βοήθεια σου!», της εξηγεί η Χάιδω, αλλά εκείνη αρνείται. «Εγώ είμαι γραμματέας του Δημάρχου, τίποτα περισσότερο! Και πνίγομαι αυτή τη στιγμή!», της απαντά και η Χάιδω φεύγει εκνευρισμένη.

Ο Χρήστος με την Αφροδίτη έχουν μια βόλτα στο βουνό, εκείνος δεν μπορεί να βγάλει την Αριάδνη από το μυαλό του, ενώ ο Αποστόλης καλεί επίσημα τον Μάνο στον αρραβώνα του με την Αναστασία: «Αποφασίσαμε με την Αναστασία να κάνουμε επίσημο αρραβώνα γυρίσει η κυρία Αθηνά…Θα ήθελα, αν μπορείς φυσικά, να έρθεις με τη Μαρίνα κι το μεγάλο αφεντικό λείπει, ας έρθει μόνη η κυρία Αμαλία», του ανακοινώνει κι εκείνος με τη σειρά του του εύχεται η ώρα η καλή.

Η Μαργαρίτα και η Αθηνά επιστρέφουν στην Αρεόπολη, ενώ ο Τάσος ερωτευμένος ακόμα με την πρώην γυναίκα του την παρακολουθεί και πέφτει πάνω στην Χρυσούλα. «Αν πεις τίποτα στην Αρετή, θα σε καρυδώσω! Στ' ορκίζομαι!!», της ξεκαθαρίζει και την κολλάει στον τοίχο. Την ίδια ώρα, ο Κωνσταντίνος μιλάει ευθέως στον Χρήστο: «Τις προάλλες, που είχαμε έρθει στην ταβέρνα, είδα κάτι βλέμματα ανάμεσα σε σένα και την Αριάδνη. Αυτή είναι που μας είπες ότι είσαι ερωτευμένος;», τον ρωτά κι εκείνος κατεβάζει το κεφάλι και του απαντά: «Ναι»…

Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, ο Δημοσθένης εκμυστηρεύεται στον Στάθη πως θέλει την Ασπασία πίσω. «Θέλω να χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο, τι να κάνω;;;», τον ρωτά απελπισμένος κι εκείνος του λέει πως δεν υπάρχει γυρισμός. Εκείνη τη στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο του Δημοσθένη και στη άλλη άκρη της ς είναι η Ξένια.

«Δημοσθένης, γεννάω!Με είδε ο ατρός. Γεννάω. Είμαι στο νοσοκομείο!Σε παρακαλώ, φοβάμαι, έλα!», του λέει και ο Δημοσθένης πετάγεται πάνω. «Γεννάει! Εφταμηνίτικο! Πάω τώρα από ‘κει! Σε παρακαλώ, έλα μαζί μου…Σε παρακαλώ, ρε ξάδερφε», ικετεύει τον Στάθη, ο οποίος του ξεκαθαρίζει:

«Το ξεχνάς! Να ‘ναι γερό, τυχερό… εύχομαι μ' ένα πόνο η κοπέλα και να σου ζήσει, αλλά από ‘δω και πέρα, είσαι μόνος σου Δημοσθένη!», γυρνά την πλάτη του και φεύγει.